Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για του στόχους Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων

ότι στα Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα περιλαμβάνονται δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών (Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια) και δάνεια αβέβαιης είσπραξης χωρίς την ρευστοποίηση εξασφάλισης. Συνεπώς τα Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα αποτελούν ένα υπερσύνολο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.
Όπως είχαμε αναφέρει και στο άρθρο μας (20.11.17_Τελευταίες εξελίξεις του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος) ο στόχος που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος για την βελτίωση του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών Τραπεζών ήταν αρκετά φιλόδοξος. Από το ύψος των 106,9 δις ευρώ του Ιουνίου 2016 που αντιστοιχούσε σε ποσοστό ΜΕΑ ύψους 50,5% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου, στο τέλος του 2019 θα πρέπει το υπόλοιπο ΜΕΑ να έχει υποχωρήσει στα 64,6 δις ευρώ που θα αντιστοιχεί στο 35,2% του χαρτοφυλακίου. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να ανακαλύψουν τρόπους να διαχειριστούν 42 δις ευρώ του δανειακού τους χαρτοφυλακίου που δεν εξυπηρετείτε ή προβλέπεται να μην μπορεί να εξυπηρετηθεί στο μέλλον.
Η αρχική πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος προσδιόριζε και τους παράγοντες μείωσης του υπολοίπου των ΜΕΑ ως ακολούθως:
• Αναταξινομημένα ως εξυπηρετούμενα 21,1 δις ευρώ μέσω επαναδραστηριοποίησης
• Εισπράξεις 3,5 δις ευρώ
• Ρευστοποιήσεις 10,6 δις ευρώ
• Πωλήσεις 11,6 δις ευρώ και τέλος
• Διαγραφές 10,6 δις ευρώ
Μαζί με τα νέα ΜΕΑ ύψους 20,1 δις, το τραπεζικό μας σύστημα αναμένεται να παρουσιάζει στο τέλος του 2019, 64,6 δις ευρώ μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Σύμφωνα με την έκθεση, κατά το 2ο Τρίμηνο του 2018 που υπέβαλαν και τα στοιχεία τους οι τράπεζες, φαίνεται να επιτυγχάνονται οι στόχοι μείωσης των ΜΕΑ. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα στοιχεία το υπόλοιπο των ΜΕΑ αγγίζει τα 88,6 δις ευρώ έναντι στόχου 90,2 δις ευρώ ή 1,6 δις ευρώ χαμηλότερα για το συγκεκριμένο διάστημα. Οι συγκριτικά καλύτερες από το αναμενόμενο επιδόσεις οφείλονται κατά ένα λόγο στις χαμηλότερες από το αναμενόμενο καθαρές ροές νέων ΜΕΑ καθώς και στις υψηλότερες από το αναμενόμενο διαγραφές και εισπράξεις. Επιπλέον κατά το 2ο Τρίμηνο εκχωρήθηκε χαρτοφυλάκιο ύψους 2,0 δις ευρώ από δύο μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα σε εταιρείες διαχείρισης χρέους. Το ποσοστό των ΜΕΑ υποχώρησε στο 47,6% του συνολικού χαρτοφυλακίου.
Ο δείκτης ΜΕΑ παρέμεινε όμως υψηλός στα περισσότερα χαρτοφυλάκια σύμφωνα με την έκθεση. Στο τέλος Ιουνίου 2018, ο δείκτης ΜΕΑ άγγιζε το 44,3% για το στεγαστικό, το 56,9% για το καταναλωτικό και το 48% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Σε ότι αφορά το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, η μεγάλη συγκέντρωση ΜΕΑ παρατηρείτε στο χαρτοφυλάκιο των ελευθέρων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με δείκτη ΜΕΑ στα 68,8% και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με δείκτη ΜΕΑ στα 62,3%. Σταθερά καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στα χαρτοφυλάκια των μεγάλων επιχειρήσεων στο 28,3% και των ναυτιλιακών δανείων με δείκτη ΜΕΑ 31,6%.
Η υπεραπόδοση του στόχου μείωσης των ΜΕΑ εκτός από την πώληση που προαναφέραμε, προήρθε και από τις διαγραφές ύψους 1,6 δις ευρώ από τις εισπράξεις 0,6 δις ευρώ αλλά και τις ρευστοποιήσεις 0,6 δις ευρώ όπου όπως αναφέρει η έκθεση, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί αρχίζουν να παράγουν τα πρώτα αποτελέσματα. Αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα η τάση εκπλειστηρίασης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Τέλος η έκθεση αναφέρει ότι η κάλυψη από προβλέψεις, δηλαδή ο λόγος των προβλέψεων προς τα ΜΕΑ, αγγίζει το 48,6% ενώ εάν συμπεριληφθεί και η αξία των εξασφαλίσεων που έχουν οι τράπεζες, η κάλυψη των ΜΕΑ ξεπερνά το 100%.
Σε συνέχεια της αξιόλογης πορείας στην μείωση των ΜΕΑ, οι τράπεζες περιόρισαν και την εξάρτηση τους από τον ELA ως παροχή έκτακτης ρευστότητας στα 4,9 δις ευρώ, σηματοδοτώντας την βελτίωση της ρευστότητας τους. Επιπρόσθετα, η τελευταία εκτίμηση του ύψους των καταθέσεων στα πιστωτικά ιδρύματα έδειξε ότι περίπου 10 δις ευρώ έχουν εισαχθεί στο σύστημα από την αρχή του 2018.
Το τραπεζικό μας σύστημα παραμένει επίσης και ισχυρά κεφαλαιοποιημένο εφόσον πέρασε με επιτυχία και τις πρόσφατες ασκήσεις αντοχής (stress test) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι κεφαλαιακοί δείκτες των 4 συστημικών τραπεζών κυμαίνονται από 14,85% έως και 18,85% με ελάχιστο στόχο το 6%.
Οι εξειδικευμένοι Σύμβουλοι επιχειρήσεων της Financial Factor Consulting με την πολυετή εμπειρία τους βρίσκονται πάντα δίπλα στην Ελληνική επιχείρηση υποστηρίζοντας την σε όλα της τα σχέδια, ανεξαρτήτως μεγέθους, είτε αφορούν την καθημερινότητα της είτε την Στρατηγική της στόχευση.
Επιμέλεια Δονάτος Ι. Πετράτος
Financial Factor Consulting
Τμήμα Αναλύσεων

Μοιραστείτε το:

Πρόσφατα

Παλαιότερα Άρθρα

Ιστορικό